Interview_ΜΑΡΑ ΜΕΪΜΑΡΙΔΗ

Με την Μάρα Μεϊμαρίδη και την μυστηριακή της αύρα

Τη συνάντησα σε ένα από τα μαγαζιά της, στην οδό Παπαδιαμαντοπούλου 10-12, στα Ιλίσια. Πέρασα πρώτα από «Το Μποτέ της Ευταλίας» όπου είχα το χρόνο να κοιτάξω τα σμυρναίικα, σπιτικά καλλυντικά της από παλιές συνταγές. Οι μυρωδιές που κυριαρχούν, με το που περάσεις την πόρτα, σε κάνουν να αισθάνεσαι πως έχεις μεταφερθεί στη Σμύρνη, τότε που η Κατίνα και η Ευταλία έφτασαν πάμφτωχες από την Καππαδοκία και αποφάσισαν να ανοίξουν το πρώτο Μποτέ το 1889.

Πλέον, η Μάρα Μεϊμαρίδη, συγγραφέας του best seller βιβλίου «Οι Μάγισσες της Σμύρνης», που μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη ως ομώνυμη τηλεοπτική σειρά, αλλά και πολλών άλλων, με τελευταίο την «Ντάσταρ», είναι εκείνη που έχει αναλάβει να συνεχίσει τις σμυρναίικες παραδόσεις των προγόνων της. Η συζήτησή μας έγινε στο δεύτερο μαγαζί της, το «Μάγισσες της Σμύρνης Shop» λίγα μέτρα πιο κάτω. Η ιδιαίτερη διαρρύθμιση και τα χρώματα του χώρου απέπνεαν μια μυστηριακή αύρα. Μια αύρα που ταίριαζε απόλυτα σε μία μάγισσα, όπως ευθαρσώς μου δήλωσε πως είναι!

Η Μάρα Μεϊμαρίδη, με τις απίστευτες γνώσεις που έχει – αρκεί μονάχα να κοιτάξει κανείς τις σπουδές τις εδώ – είναι κάτι περισσότερο από ενδιαφέρουσα συνομιλήτρια. Στην πρώτη ερώτηση που της έκανα, της ζήτησα να μου πει λίγα πράγματα για την ίδια, για όποιον δεν έχει διαβάσει τα βιβλία της και δεν γνωρίζει τι ακριβώς κάνει.

«Όλοι γνωρίζουν ποιά είμαι και τι κάνω. Παρόλα αυτά θα σου πω. Έχω δύο μαγαζιά, αυτό εδώ που βρισκόμαστε και το Μποτέ της Ευταλίας, που άνοιξε πρόσφατα και στο Ψυχικό. Υπάρχει επίσης στην Πλάκα, στη Ρόδο, στη Λάρισα, στην Αμμόχωστο της Κύπρου και τώρα ετοιμάζουμε να ανοίξουμε και στη Θεσσαλονίκη. Σε αυτά τα Μποτέ, λοιπόν, μπορεί κάποιος να βρει καλλυντικά από παλιές σμυρναίικες συνταγές. Εδώ που βρισκόμαστε είναι το δεύτερό μου μαγαζί».

Έχοντας κοιτάξει τις προηγούμενες ημέρες τόσο το site της, όσο και διάφορα που δημοσιεύονταν κατά καιρούς για την ίδια, πρόσεξα πως, πέραν των πολλών, γνωστών της ιδιοτήτων, επιτελούσε και εκείνη της συμβούλου σχέσεων, ενώ ανέφερε χαρακτηριστικά πως χρησιμοποιούσε ξόρκια και φίλτρα. Δεν μπορούσα λοιπόν να μην τη ρωτήσω σχετικά.

«Αυτό που κάνω σε αυτό το μαγαζί, μου είπε με το διαπεραστικό της βλέμμα καρφωμένο επάνω μου, είναι να ρίχνω για παράδειγμα τα χαρτιά. Είτε πάει κάποιος σε ψυχαναλυτή πέντε ώρες, είτε έρθει να του ρίξω τα χαρτιά και κάνει ένα ξόρκι, το ίδιο αποτέλεσμα θα εισπράξει. Τα ξόρκια είναι ένας τρόπος να κατευναστεί το συνειδητό και να ταυτιστεί με το ασυνείδητο. Εκεί βρίσκεται το μυστικό. Συνήθως οι άνθρωποι φοβούνται. Φοβούνται το θάνατο. Όχι τον σωματικό θάνατο, να μπουν σε κάποιον τάφο δηλαδή, φοβούνται της εγκατάλειψη, την απώλεια, τη μοναξιά, μην τους αφήσει ο Τάδε και ο Δείνα, αναρωτιούνται πώς να «δέσουν» κάποιον. Θέλουν να αγαπηθούν. Ξέρεις πόσες έρχονται με αυτό ακριβώς το πρόβλημα; Εάν καταφέρουν όμως να κατευνάσουν αυτό το φόβο, τότε σίγουρα θα μπορέσουν να επιτύχουν σε ό,τι κι αν κάνουν. Αυτό το ρόλο έχουν τα ξόρκια».

Δεν μπορούσα όμως να μην σκεφτώ και την αντίθετη άποψη από τα λεγόμενά της. Εκείνη των λογικών, που δεν τα πιστεύουν όλα αυτά και τα θεωρούν ανυπόστατα.

«Πώς τους είπες; Λογικόφρονες; Μ’ άρεσε αυτό», μου είπε γελώντας. «Επειδή δεν υπάρχουν αποδείξεις κάποιοι δεν τα πιστεύουν. Όμως, για το Θεό, ας πούμε, υπάρχουν αποδείξεις; Μπορεί κανείς να εγγυηθεί πως υπάρχει Θεός; Είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Για τίποτα από τα δύο δεν υπάρχουν αποδείξεις. Παρόλο που κανείς δεν έχει δει το Θεό, κάποιοι πιστεύουν στην ύπαρξή του. Βλέποντας τα αποτελέσματα, από αυτό που κάνω εγώ, κάποιοι επίσης πιστεύουν

Μια γυναίκα, με αυτοπεποίθηση. Αναρωτήθηκα εάν κάνει ξόρκια και στον εαυτό της, εφόσον γνωρίζει ήδη τους μηχανισμούς με τους οποίους λειτουργούν.

«Εννοείται πως κάνω. Ακόμη κι αν ξέρω πώς θα δράσουν, με δυναμώνουν κι εμένα την ίδια. Κάνοντας κανονικά την τελετή, τα ξόρκια και τα μαγικά, μειώνω και τον δικό μου φόβο. Έτσι αφήνω χώρο για να ενισχυθεί και να υπερνικήσει η επιθυμία μου».

Μιας και είμαστε σε περίοδο οικονομικής κρίσης, τη ρώτησα εάν είχε κανένα μυστικό ξόρκι για την απόκτηση χρημάτων. Η απάντηση που περίμενα να ακούσω απείχε παρασάγγες από αυτή που μου έδωσε.

«Φυσικά και υπάρχουν! Να, ένα ας πούμε, είναι το φίλτρο του βασιλικού. Οι παλιότερες, παίρνανε κατσαρόλες και βράζανε φύλλα βασιλικού και βάζοντας μέσα διάφορα υλικά, τη διαβάζανε. Υπάρχουν όμως και διάφορα άλλα».

Της ζήτησα, στη συνέχεια, να μου μιλήσει για τους ανθρώπους και τις ανθρώπινες σχέσεις, θέμα το οποίο δεν γίνεται να μην έχει απασχολήσει τον καθένα από εμάς, έστω και μία φορά στη ζωή του.

«Η ιστορία ξεκινάει εκατομμύρια χρόνια πριν, από τότε που οι άνθρωποι ζούσαν σε σπηλιές. Και τώρα δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα, μη φανταστείς. Ακόμη apes είμαστε».

Μου θύμισε τη Σύλβια Πλάθ στο σημείο αυτό, που είχε γράψει ακριβώς το ίδιο πράγμα. «Ένα εκατομμύριο χρόνια εξέλιξης, είχε πει, και τι είμαστε ακόμη; Ζώα».

Η Μάρα Μειμαρίδη πρόσθεσε:

«Οι άντρες και οι γυναίκες, είναι φτιαγμένοι με τέτοιον τρόπο ώστε να έχουν κάποιους συγκεκριμένους μηχανισμούς. Οι άντρες, ξεχνάνε πολύ εύκολα. Γι’ αυτό σε έναν τσακωμό, για παράδειγμα, μπορεί να κοντεύει να σκοτωθεί ένα ζευγάρι, και μέσα στα επόμενα λεπτά θα δεις τον άντρα να κάθεται αμέριμνος και να βλέπει τηλεόραση, ή να αναρωτιέται τι έχουν για φαγητό. Αυτό όμως δεν είναι τυχαίο. Όταν οι άντρες έβγαιναν να κυνηγήσουν και τραυματίζονταν, έπρεπε να λειτουργήσουν οι αντίστοιχοι μηχανισμοί για να ξεχάσουν τον πόνο που είχαν νιώσει. Εάν θυμούνταν ακριβώς πόσο είχαν πονέσει, δεν θα έβγαιναν ξανά για κυνήγι. Οι γυναίκες από την άλλη, θυμούνται τα πάντα. Τσακώνονται, ας πούμε, και το κρατάνε. Γι’ αυτό θα τις δεις μετά από μήνες, να σκέφτονται «Α! Τότε μου έκανες αυτό, κι εγώ θα σου κάνω τώρα αυτό!». Αυτό πάλι βρίσκει την εξήγησή του. Οι γυναίκες, τι πρόκειται κατά βάση να γίνουν; Μάνες. Η μάνα λοιπόν έπρεπε να θυμάται όλους τους ήχους που προμήνυαν κινδύνους, για να προστατεύουν τα μωρά τους, την οικογένειά τους. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, η γυναίκα είναι από τα πλάσματα που δύσκολα ξεχνάει την προδοσία.»

Η κουβέντα μας, λοιπόν, είχε ήδη μεταπηδήσει στο κομμάτι των σχέσεων. Οπότε σε αυτό συνέχισε. Τη ρώτησα λοιπόν για τον έρωτα. Εάν φθίνει, πόσο γρήγορα…

«Φυσικά και φθίνει ο έρωτας. Υπάρχει τους πρώτους δύο, τρεις, άντε τέσσερεις μήνες. Μετά έρχονται άλλα πράγματα. Εάν ο έρωτας γίνει αγάπη, καλώς. Η σχέση κρατάει. Εάν ο έρωτας γίνει δυσάρεστα συναισθήματα και τσακωμοί, η σχέση διαλύεται».

Στην ερώτησή μου, για το πώς προλαμβάνεται αυτή η φθορά, η απάντησή της ήταν μέσες-άκρες αυτή που περίμενα, αλλά σπάνια παραδέχονται με τέτοια ειλικρίνεια οι άνθρωποι.

«Το θέμα είναι να έχεις άλλον, μια μυστική ζωή. Οι άντρες, τί λέγαμε πως είναι νωρίτερα; Κυνηγοί. Και θέλουν να κυνηγούν τα θηράματά τους, τις γυναίκες. Άπαξ και δουν πως την κατέκτησαν, φεύγουν. Πάνε σε άλλη. Όμως όταν έχεις εσύ άλλον –και φυσικά δεν θα το διατυμπανίζεις, γιατί έτσι η σχέση χαλάει- το καταλαβαίνουν από μόνοι τους και νιώθουν πως δεν σε έχουν κατακτήσει ακόμη, και γι’ αυτό μένουν. Όμως, ας μην ξεχνάμε το βασικό για τις γυναίκες. Η μητρότητα είναι αυτή που τους ενδιαφέρει. Γι’ αυτό επιλέγουν το καλύτερο αρσενικό για να τεκνοποιήσουν. Γι’ αυτό οι άντρες ενδιαφέρονται περισσότερο για το σαρκικό κομμάτι. Οι γυναίκες έχουν στόχο».

Της ζήτησα λοιπόν, για κλείσιμο, μία συμβουλή για τους εργένηδες, αφού για τους δεσμευμένους μου είχε μιλήσει.

«Να παραμείνουν πάντα εργένηδες. Κάνουν την καλύτερη δουλειά. Ο γάμος δεν είναι τίποτε άλλο από τον ακριβότερο τρόπο να έχεις σιδερωμένο πουκάμισο».

Γιατί κάπως έτσι είναι η Μάρα Μεϊμαρίδη. Ευφυέστατη, φανερά διαβασμένη, γυναίκα γεμάτη αυτοπεποίθηση, καλλιεργημένη και σίγουρα δημιουργική, εάν σκεφτούμε μονάχα τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο έχει στήσει τα μαγαζιά της.

Τα κεντρικά της μαγαζιά θα τα βρείτε:

  • Παπαδιαμαντοπούλου 10-12, Ιλίσια

Επίσης, τα Μποτέ της απαντώνται και στις εξής διευθύνσεις:

  • Ομήρου 14, Ν. Ψυχικό (που μόλις άνοιξε!)
  • Ναυάρχου Νικοδήμου 41, Πλάκα
  • Φρίξου 1 και Δευκαλίωνος, Λάρισα
  • Λ. Αμμοχώστου 1, 5830, Αμμόχωστος

…και σύντομα και στη συμπρωτεύουσα!

Πρωτοδημοσιεύθηκε στο flust.gr.

© 2024 Christina Kal*