INTERVIEW_Fenton Bailey & Randy Barbato

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΣ ΤΟΥ DOCU για τον MAPPLETHORPE: “Η ΤΕΧΝΗ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΥ”

Η συνέντευξη για την οποία ήμουν πιο αγχωμένη και ταυτοχρόνως ενθουσιασμένη στην φετινή Μπερλινάλε, ήταν αυτή με τους σκηνοθέτες του ντοκιμαντέρ για τον φωτογράφο Robert Mapplethorpe. Ο νόμος του Μέρφι επενέργησε και τα ΜΜΜ με κάνανε να αργήσω, για πρώτη φορά σε κάτι επαγγελματικό, το ακαδημαϊκό τέταρτο στο ραντεβού μου. Κι ενώ σκεφτόμουν πως θα βρεθώ μπροστά σε εκνευρισμένους κινηματογραφιστές που θα με κεραυνοβολούσαν με το βλέμμα τους για την καθυστέρησή μου, βρέθηκα μπροστά στον Fenton Bailey, γιο του David Bailey, και στο ευγενικό του χαμόγελο που με καλωσόρισε αμέσως και άρχισε να μου δείχνει τις φωτογραφίες του στο instagram, λέγοντάς μου πόσο ενδιαφέρουσα εφαρμογή το βρίσκει, όση ώρα περιμέναμε και τον Randy Barbato να έρθει για να ξεκινήσουμε. «Δεν πειράζει που άργησες» μου είπε με ειλικρίνεια όταν προφανώς η τρίτη φορά που ζήτησα συγγνώμη του φάνηκε υπερβολική, «είναι καλό να έχουμε λίγα λεπτά και για εμάς, γιατί αυτές τις μέρες γίνεται χαμός, και δεν έχουμε προλάβει σχεδόν καθόλου να καθίσουμε».

Αυτό μου έφτανε. Δεν άργησε να έρθει και ο Randy. «Πρέπει να παραδεχτώ πως το ντοκιμαντέρ σας, εάν ένα πράγμα με έκανε να καταλάβω, είναι πως τόσα χρόνια προφέρω το όνομα Mapplethorpe λάθος!» τους είπα ανενδοίαστα. «Βασικά, μπορεί να γράφεται σαν το «μήλο» (apple), αλλά προφέρεται “Μέιπλθορπ”!». Και κάπως έτσι ξεκίνησε η συνέντευξη για το ντοκιμαντέρ τους «Mapplethorpe: Look at the pictures», που παραχώρησαν στο MΟVE IT Magazine κατά τη διάρκεια του 66ου φεστιβάλ κινηματογράφου του Βερολίνου, όπου προβλήθηκε και το ντοκιμαντέρ.

Χριστίνα Καλογεροπούλου: Ποια ήταν η έμπνευσή σας και γιατί αποφασίσατε να κάνετε αυτό το ντοκιμαντέρ τώρα, εν έτη 2016;

Fenton Bailey: Η αφορμή ήταν όταν το LACMA και το Getty αποφάσισαν να συνεργαστούν και τώρα τρέχουν δύο εκθέσεις ταυτόχρονα, τα δύο από τα μεγαλύτερα μουσεία τέχνης της Αμερικής, κάτι το οποίο είναι απλά φοβερό! Και μετά, φυσικά, ο Ρόμπερτ είναι υπεύθυνος για το στήσιμο, αφού πριν πεθάνει δημιούργησε το ίδρυμά του, που προσέφερε το υλικό για τις εκθέσεις στα δύο μουσεία. Οπότε καθ’ όλη την πορεία, μπορείς να δεις το χέρι του Μέιπλθορπ, 25 χρόνια μετά τον θάνατό του. Είναι ακόμα επικεφαλής των πραγμάτων, και νομίζω πως γι’ αυτό κάναμε το ντοκιμαντέρ. Γιατί τώρα; Μάλλον, γιατί έχουν περάσει ήδη 25 χρόνια από τον Jesse Helms και το όλο σκάνδαλο στο Σινσινάτι, και πραγματικά βλέπουμε πως μας πήρε μία ολόκληρη γενιά, για να είμαστε σε θέση πραγματικά να «δούμε τις εικόνες». (σ.σ. look at the picture –υπότιτλος και του ίδιου του ντοκιμαντέρ)

Χ.Κ.: Η διαδικασία που ακολουθήσατε του να βρείτε το υλικό, να το ξεχωρίσετε, να το συνδέσετε, ήταν απαιτητική; Φοβηθήκατε ποτέ για το πώς θα προσβληθεί από το κοινό;

Randy Barbato: Κατά μία έννοια, οδηγούμασταν από τον ίδιο τον Ρόμπερτ στις επιλογές. Το ντοκιμαντέρ θα έπρεπε να αντανακλά την δική του κτηνώδη κι άγρια ειλικρίνεια και την φιλοδοξία που τον διακατείχε. Οπότε δεν μπορούσαμε να φτιάξουμε κάτι που να τον παρουσίαζε καλύτερο από όσο ήταν.

F.B.: Ήταν όλα ή τίποτα. Αλλιώς γιατί να κάνουμε την ταινία;

R.B.: Οπότε δεν ήταν ποτέ πρόκληση από την άποψη του ότι ίσως να ήταν υπερβολικό αυτό που θα έβγαινε. Ξέραμε εξ’ αρχής πως θα ήταν υπερβολικό. Οπότε ξοδέψαμε λίγο παραπάνω από 2 χρόνια, ξεκινώντας στην αρχή απλά με το να κοιτάμε εικόνες, να προσπαθούμε να συλλέξουμε όσο το δυνατόν περισσότερες μαγνητοφωνήσεις –γιατί ήδη από την αρχή είχαμε αποφασίσει να αφήσουμε εκείνον να διηγηθεί την ιστορία του όσο πιο πολύ μπορούσαμε. Γι’ αυτό και η σωστή επιλογή των μαγνητοφωνήσεων ήταν η πρώτη μας προτεραιότητα και μετά φυσικά ήταν και το να βρούμε τα ανάλογα άτομα που χρειαζόμασταν και να τα πείσουμε να μας μιλήσουν. Πήραμε συνεντεύξεις από περίπου 50 άτομα.

Χ.Κ.: Ήταν δύσκολο αυτό; Υπήρχαν άτομα που δεν ήθελαν να μιλήσουν για τον Μέιπλθορπ;

F.B.: Ναι, υπήρχαν κάποιοι, όμως το ενδιαφέρον κομμάτι είναι πως ο Robert ξεκαθάρισε τους ανθρώπους. Πολλοί φίλοι του ήταν συγγραφείς και ο ίδιος ήθελε οι άνθρωποι να γράψουν για εκείνον. Οπότε, πέραν του να τους δίνει συνεντεύξεις και να μιλάει για τον εαυτό του, ήθελε κι εκείνοι να μιλάνε για τον ίδιο. Ήταν το τέλος της ζωής του, όταν προσέλαβε την βιογράφο του και είπε στους φίλους του να της πουν τα πάντα. Έτσι, ήταν πολύ ανοιχτοί και στην δική μας πρόταση. Ήθελαν να μας πουν όλα όσα ήξεραν, γιατί αυτό θα ήθελε ο Ρόμπερτ.

Χ.Κ. Μερικούς μήνες πριν, μεταφράστηκε στα ελληνικά το βιβλίο της Patti Smith ‘Just Kids’ που διαβάζω αυτή την περίοδο. Σε κάποιο σημείο η Smith μιλάει για το πόσο κρυπτικός ήταν ο Ρόμπερτ με την οικογένειά του. Σπάνια μιλούσε για εκείνη. Θεωρείτε πως υπήρχε κάποιου είδους μυστικό στην οικογένειά του, αιτία ίσως ακόμα και του να γίνει καλλιτέχνης;

F.B.: Νομίζω πως πρέπει να αφήσουμε στην άκρη το Kids και να δούμε την ταινία, γιατί εκεί ο Edward, ο αδερφός του, μας μίλησε, η Nancy η αδερφή του επίσης, και δεν νομίζω πως υπήρχε κανένα μυστικό. Ο Robert ήταν φανερό πως θα γινόταν καλλιτέχνης από νεαρή ηλικία. Ο Robert ήταν γκέι. Ο πατέρας του δεν μπορούσε να το αποδεχτεί –κατί που το είπε και στο ντοκιμαντέρ- κι έτσι ήταν ξεκάθαρο πως έπρεπε να φύγει και να βαδίσει το δικό του μονοπάτι.

R.B.: Αυτό που πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας είναι το γενικότερο πλαίσιο της εποχής. Το να μεγαλώνεις όντας γκέι τη δεκαετία του ’70 σε κάνει να είσαι ένας αουτσάιντερ, ένας ξένος. Και ο Ρόμπερτ ήταν ξένος ακόμα και μέσα στην οικογένειά του. Έπρεπε να ξεφύγει από το σπίτι του για να μπορέσει να γίνει αυτό που πραγματικά ήταν, ένας καλλιτέχνης.

F.B.: Ακόμα και για να γίνει φωτογράφος, που ήταν και ο ίδιος του ο πατέρας, έπρεπε να φύγει. Ο πατέρας του αντιλαμβανόταν την φωτογραφία ως κάτι που συνέβαινε απλά μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο και δεν θεωρούσε πως μπορεί κανείς να κάνει καριέρα σε αυτό. Ο Robert από την άλλη ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε να βρίσκεται εντός του σκοτεινού δωματίου. Έβρισκε κάποιον άλλο να το κάνει αυτό. Δεν υπάρχει κάποιο μυστικό κι αυτό το καταλαβαίνουμε βλέποντας το ντοκιμαντέρ, που έχει τις δικές του λέξεις. Λέει ο ίδιος την ιστορία του και νομίζω πως όταν άλλοι προσπαθούν να πουν την ιστορία του μπορεί να είναι αναξιόπιστα αυτά που λένε• ο καθένας έχει την δική του ατζέντα και οπτική.

X.K.: Είναι γνωστή η επίθεση που δεχόταν από συντηρητικούς πολιτικούς και δεν μπορώ να μην σκεφτώ την Αμερική του σήμερα με έναν συντηρητικό πολιτικό σαν τον Donald Trump να βγαίνει πρώτος στο New Hampshire και σε πρόσφατες δημοσκοπήσεις. Τι συμβαίνει με την κοινωνία των Ηνωμένων Πολιτειών;

F.B.: Δεν έχει σταματήσει τίποτα. Νομίζω πως μπορεί να υπάρχει η ίδια αναταραχή με το έργο του Mapplethorpe σήμερα, που υπήρχε και 25 χρόνια πριν.

R.B.: Τόσα πολλά έχουν αλλάξει κι όμως τόσο λίγα στην πραγματικότητα. Η Αμερική είναι ακόμα απίστευτα συντηρητική με κάποια πράγματα, πουριτανή, οπότε δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς να κριτικάρεται το έργο του σήμερα, ακριβώς όπως γινόταν και στο παρελθόν.

Χ.Κ. Από την άλλη, βλέπουμε πως τελευταία γίνονται ταινίες που θίγουν την σεξουαλικότητα. Ακόμα κι αν το 50 shades of grey ήταν μία ταινία που δυσαρέστησε ιδιαιτέρως την BDSM κοινότητα, το γεγονός πως ο θεατής έρχεται σε επαφή με αυτόν τον κόσμο, φανερώνει κάποια προσπάθεια απενοχοποίησης της σεξουαλικότητας;

R.B.: Χμ, δεν ξέρω. Στην Αμερική, τουλάχιστον, έχουμε μία πολύ άβολη σχέση με την σεξουαλικότητα και δεν είμαι ακριβώς σίγουρος γιατί. Δεν νομίζω ο κόσμος να προσπαθεί ιδιαιτέρως να χαλαρώσει σε αυτό το θέμα. Παραδόξως, υπάρχει περισσότερη σχέση με το σεξ παντού στην εποχή μας, αλλά αυτή η σχέση είναι πιο κλειστή. Εντός της ιδιωτικής σφαίρας του σπιτιού, κι ας υπάρχει αχανής πρόσβαση μέσω του δικτύου. Δεν έχουμε ανοιχτή σχέση με την σεξουαλικότητα. Ο Robert Mapplethorpe είναι. Έβγαζε τα πάντα προς τα έξω, γι’ αυτό είναι και προκλητικός αλλά και επίκαιρος για το σήμερα.

Χ.Κ. Η τέχνη του πώς προσλαμβάνεται από την αμερικάνικη κοινωνία σήμερα;

R.B.: Για τον κόσμο της τέχνης, ο Mapplethorpe είναι ένας ισχυρός και μεγάλης φήμης καλλιτέχνης ενώ εντός της κοινωνίας, το όνομά του είναι γνωστό και προηγείται του ίδιου η φήμη του ως αμφιλεγόμενου προβοκάτορα.

Χ.Κ. Πρέπει να υπάρχει όριο στην τέχνη;

F.B.: Όχι, και αυτή ήταν και η φιλοσοφία του και η προσέγγιση που είχε στη ζωή. Τα πάντα μπορούν να είναι τέχνη. Και στην δική του περίπτωση, η φωτογραφία του δεν έχει να κάνει με το ότι δύο άνθρωποι γαμιούνται, αλλά με το ότι οι φωτογραφίες του είναι όμορφες. Ολόκληρη η ζωή του και ό,τι έκανε ήταν τέχνη. Και όταν κάναμε την ταινία, ανακαλύψαμε πως είναι στην πραγματικότητα και ο ίδιος ντοκιμαντεριστής.

Χ.Κ. Τι αντίκτυπο θα θέλατε να έχει το ντοκιμαντέρ σας στον κόσμο;

F.B.: Αυτό που θα θέλαμε να εισπράξει ο κόσμος είναι πως ο καθένας πρέπει να ζει μία ειλικρινή, αυθεντική ζωή. Ελπίζουμε η ταινία να αποτελέσει την έμπνευση γι’ αυτό γιατί πιστεύω πως ο καθένας μας είναι καλλιτέχνης με τον τρόπο του. Και αν θέλει ο κόσμος να δημιουργήσει κάτι καλλιτεχνικό, θα πρέπει να μην διστάζει και να το κάνει.

Χ.Κ. Και για να κλείσουμε, μία από τις πιο ευτυχισμένες σας στιγμές και μία από τις πιο δυσάρεστες, καθ’ όλη την πορεία του ντοκιμαντέρ;

F.B.: Σίγουρα μία από τις πιο ευτυχισμένες, ήταν το να φέρουμε το ντοκιμαντέρ εδώ στο Βερολίνο. Υπάρχει εξαιρετικό κοινό και είναι πραγματική απόλαυση για τον δημιουργό να έχει έναν ουσιαστικό διάλογο και να μοιράζεται πράγματα με το κοινό. Τώρα η πιο δύσκολη..

R.B.: Το μοντάζ.. γιατί όταν κάνεις ένα φιλμ σαν κι αυτό, μάλλον το βλέπεις πάνω από εκατό φορές.

F.B.: Ή και παραπάνω!

R.B.:Το βλέπεις και το ξαναβλέπεις, ξανά και ξανά –στην αρχή έχει πλάνα, αλλά!

F.B.: Ξέρεις, είναι δύσκολο, γιατί το να κάνεις ένα ντοκιμαντέρ σαν κι αυτό, είναι συνήθως για εμάς ένα ταξίδι, μια περιπέτεια, που ποτέ δεν ξέρουμε πού θα μας οδηγήσει.

R.B.: Υπήρχε μία στιγμή στην αρχή και για τους δυο μας, που σκεφτήκαμε «χμ, μας αρέσει αλήθεια αυτός ο τύπος;». Αυτό ήταν δύσκολο, γιατί εάν αμφισβητείς το πώς νιώθεις για το αντικείμενό σου, αυτό επηρεάζει και το πόσο θέλεις να δουλέψεις γι’ αυτό. Είναι πιο εύκολο να κάνεις ένα ντοκιμαντέρ όταν έχεις απόλυτη διαύγεια. Υπήρχαν κάποιες στιγμές που ο Mapplethorpe δεν μας άρεσε, αλλά δεν ήταν έτσι στο τέλος. Παρόλα αυτά, όλα είναι στην ταινία. Δεν παραλείψαμε τίποτα. Και αυτό ήταν ένα είδος απελευθέρωσης. Και αυτό  ήταν που στο τέλος μας άρεσε. Γιατί οι άνθρωποι επενδύουν πολλή ενέργεια στο να προωθούν συγκεκριμένου είδους περσόνες, δημόσιες εικόνες, αλλά ο Robert δεν το έκανε αυτό.

Χ.Κ. Χμ, πιστεύετε πως στον Ρόμπερτ θα άρεσε το ντοκιμαντέρ;

F.B.: Ω, ναι, θα το λάτρευε, αναμφισβήτητα!

R.B.: Εγώ νομίζω πως θα ζητούσε περισσότερο πούτσο! Αλλά ναι, θα του άρεσε.

Και κάπως έτσι τελείωσε μία ιδιαιτέρως ουσιαστική συνέντευξη με τους δύο ταλαντούχους σκηνοθέτες, Fanton Bailey και Randy Barbato, που εντυπωσίασαν με το ντοκιμαντέρ τους. «Η τέχνη βρίσκεται παντού»• αυτή τη φράση κρατάω. Να βλέπετε την ομορφιά, πάντα και παντού.. (και το ντοκιμαντέρ, ε!)

Πρωτοδημοσιεύθηκε στο moveitmag.gr.

© 2024 Christina Kal*